δασεία
•
- το διακριτικό σημάδι που τίθεται στο πολυτονικό σύστημα γραφής πάνω στο αρχικό ρ και στα αρχικά φωνήεντα συγκεκριμένων λέξεων οι οποίες στην αρχαιότητα προφέρονταν με δασύ πνεύμα Βικιλεξικό
- όλες οι λέξεις που αρχίζουν από υ παίρνουν δασεία, πχ ὑγρός, ὑπέρ, ὑπό κ.λπ.
Ετυμολογία
δασεία < δασεῖα (ουσιαστικό της καθαρεύουσας) < αρχαία ελληνική δασεῖα, θηλυκό του επιθέτου δασύς (πυκνός, τραχύς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασεία | δασείες |
| Γενική | δασείας | δασειών |
| Αιτιατική | δασεία | δασείες |
| Κλητική | δασεία | δασείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →