Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στο δάσος ή προέρχεται από αυτό Βικιλεξικό
    • δασικά προϊόντα
  2. που έχει ως αποστολή την προστασία του δάσους Βικιλεξικό
    • δασική υπηρεσία

Ετυμολογία

δασικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασικόςδασικήδασικό
Γενικήδασικούδασικήςδασικού
Αιτιατικήδασικόδασικήδασικό
Κλητικήδασικέδασικήδασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασικοίδασικέςδασικά
Γενικήδασικώνδασικώνδασικών
Αιτιατικήδασικούςδασικέςδασικά
Κλητικήδασικοίδασικέςδασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →