δασκάλεμα
•
- το να δίνει κάποιος συμβουλές και νουθεσίες Βικιλεξικό
- η προετοιμασία κάποιου ώστε να δώσει με πειστικό τρόπο συγκεκριμένες και πιθανόν ψευδείς απαντήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασκάλεμα < δασκαλεύω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασκάλεμα | δασκαλέματα |
| Γενική | δασκαλέματος | δασκαλεμάτων |
| Αιτιατική | δασκάλεμα | δασκαλέματα |
| Κλητική | δασκάλεμα | δασκαλέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →