Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασκαλάκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος Βικιλεξικό
  2. μειωτικόυποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν δάσκαλο, που δεν έχει θέση με κοινωνικό κύρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασκαλάκος < δάσκαλ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδασκαλάκοςδασκαλάκοι
Γενικήδασκαλάκουδασκαλάκων
Αιτιατικήδασκαλάκοδασκαλάκους
Κλητικήδασκαλάκοδασκαλάκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →