Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασμολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δασμολόγηση Βικιλεξικό
  2. σχετικός με το δασμολόγιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασμολογικός < δασμολογώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασμολογικόςδασμολογικήδασμολογικό
Γενικήδασμολογικούδασμολογικήςδασμολογικού
Αιτιατικήδασμολογικόδασμολογικήδασμολογικό
Κλητικήδασμολογικέδασμολογικήδασμολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασμολογικοίδασμολογικέςδασμολογικά
Γενικήδασμολογικώνδασμολογικώνδασμολογικών
Αιτιατικήδασμολογικούςδασμολογικέςδασμολογικά
Κλητικήδασμολογικοίδασμολογικέςδασμολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →