δασμολογικός
•
- σχετικός με τη δασμολόγηση Βικιλεξικό
- σχετικός με το δασμολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασμολογικός < δασμολογώ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δασμολογικός | δασμολογική | δασμολογικό |
| Γενική | δασμολογικού | δασμολογικής | δασμολογικού |
| Αιτιατική | δασμολογικό | δασμολογική | δασμολογικό |
| Κλητική | δασμολογικέ | δασμολογική | δασμολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δασμολογικοί | δασμολογικές | δασμολογικά |
| Γενική | δασμολογικών | δασμολογικών | δασμολογικών |
| Αιτιατική | δασμολογικούς | δασμολογικές | δασμολογικά |
| Κλητική | δασμολογικοί | δασμολογικές | δασμολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →