Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασοκομάντο

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςειδικά εκπαιδευμένο στέλεχος πυροσβεστικής ή δασικής υπηρεσίας, που ενεργεί σε επιχειρήσεις κατάσβεσης πυρκαγιών Βικιλεξικό
    • Την πρόσληψη 440 δασοκομάντο, και επιπλέον επιστημονικού προσωπικού 60 ατόμων, που θα στελεχώσουν τις Ειδικές Μονάδες Δασικών Επιχειρήσεων, τη σύσταση των οποίων είχε εξαγγείλει ο πρωθυπουργός μετά τις μεγαπυρκαγιές που έπληξαν τη χώρα το καλοκαίρι του 2021 προβλέπει τροπολογία του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας που κατατέθηκε στη Βουλή.

Ετυμολογία

δασοκομάντο < δάσ(ος) + -ο- + κομάντο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →