δασοκόμος
•
- επάγγελμαπου έχει ως επιστημονικό αντικείμενο εργασίας του την δασοκομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασοκόμος < δάσ(ος) + -ο- + -κόμος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sylviculteur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασοκόμος | δασοκόμοι |
| Γενική | δασοκόμου | δασοκόμων |
| Αιτιατική | δασοκόμο | δασοκόμους |
| Κλητική | δασοκόμε | δασοκόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →