δασοπυρόσβεση
•
- ενέργεια σβέσης φωτιάς που λαμβάνει χώρα σε δασική έκταση Βικιλεξικό
- υπηρεσία κατάσβεσης φωτιάς σε δασότοπους και δρυμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασοπυρόσβεση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασοπυρόσβεση | δασοπυροσβέσεις |
| Γενική | δασοπυρόσβεσης | δασοπυροσβέσεων |
| Αιτιατική | δασοπυρόσβεση | δασοπυροσβέσεις |
| Κλητική | δασοπυρόσβεση | δασοπυροσβέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →