δασοσκεπής
•
- που σκεπάζεται (καλύπτεται) από δάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασοσκεπής < δάσ(ος) + -ο- + -σκεπής ( < σκέπω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δασοσκεπής | δασοσκεπής | δασοσκεπές |
| Γενική | δασοσκεπούς | δασοσκεπούς | δασοσκεπούς |
| Αιτιατική | δασοσκεπή | δασοσκεπή | δασοσκεπές |
| Κλητική | δασοσκεπή / δασοσκεπής | δασοσκεπής | δασοσκεπές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δασοσκεπείς | δασοσκεπείς | δασοσκεπή |
| Γενική | δασοσκεπών | δασοσκεπών | δασοσκεπών |
| Αιτιατική | δασοσκεπείς | δασοσκεπείς | δασοσκεπή |
| Κλητική | δασοσκεπείς | δασοσκεπείς | δασοσκεπή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →