Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασόβιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζει σε δάσος Βικιλεξικό
    • Η ήδη επικρατούσα διεθνής ενεργειακή κρίση σε συνδυασμό με την επερχόμενη χειμερινή περίοδο στην πατρίδα μας καθιστά επιβεβλημένη την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων για την κατά το μέγιστο δυνατόν κάλυψη των ατομικών αναγκών των κατοίκων των ορεινών περιοχών (δασόβιος και παραδασόβιος πληθυσμός), σε καυσόξυλα. (Καυσόξυλα: Κάλυψη των ατομικών αναγκών και έκδοση Δασικών Αστυνομικών Διατάξεων, dasarxeio.com, 28/09/2022 https://dasarxeio.com/2022/09/28/117378/)

Ετυμολογία

δασόβιος < δάσ(ος) + -ό- + -βιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασόβιοςδασόβιαδασόβιο
Γενικήδασόβιουδασόβιαςδασόβιου
Αιτιατικήδασόβιοδασόβιαδασόβιο
Κλητικήδασόβιεδασόβιαδασόβιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασόβιοιδασόβιεςδασόβια
Γενικήδασόβιωνδασόβιωνδασόβιων
Αιτιατικήδασόβιουςδασόβιεςδασόβια
Κλητικήδασόβιοιδασόβιεςδασόβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →