δασόμελο
•
- μέλι το οποίο παράγεται από δέντρα του δάσους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασόμελο < δάσ(ος) + -ό- + μέλ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασόμελο | δασόμελα |
| Γενική | δασόμελου | δασόμελων |
| Αιτιατική | δασόμελο | δασόμελα |
| Κλητική | δασόμελο | δασόμελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →