Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασύνω

/ðaˈsi.no/ρήμα
•
  1. γραμματικήθέτω δασεία στο αρχικό φωνήεν ή δίψηφο μιας λέξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασύνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δασύνω < αρχαία ελληνική δασύνομαι (είμαι δασύτριχος) < αρχαία ελληνική δασύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dens- < *dn̥s- (παχύς, πυκνός)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδασύνωδασύνειςδασύνειδασύνουμεδασύνετεδασύνουν / δασύνουνε
Παρατατικόςδάσυνα / δασυνόμουναδάσυνες / δασυνόσουναδάσυνε / δασυνότανεδασύναμεδασύνατεδάσυναν / δασύναν / δασύνανε
Αόριστοςδάσυναδάσυνεςδάσυνεδασύναμεδασύνατεδάσυναν / δασύναν / δασύνανε
Μέλλονταςθα δασύνωθα δασύνειςθα δασύνειθα δασύνουμεθα δασύνετεθα δασύνουν / θα δασύνουνε
Παρακείμενοςέχω δασύνειέχεις δασύνειέχει δασύνειέχουμε δασύνειέχετε δασύνειέχουν δασύνει
Υπερσυντέλικοςείχα δασύνειείχες δασύνειείχε δασύνειείχαμε δασύνειείχατε δασύνειείχαν δασύνει
Υποτακτικήνα έχω δασύνει / να δασύνωνα έχεις δασύνει / να δασύνειςνα έχει δασύνει / να δασύνεινα έχουμε δασύνει / να δασύνουμενα έχετε δασύνει / να δασύνετενα έχουν δασύνει / να δασύνουν / να δασύνουνε
Προστακτική—δάσυνε——δασύνετε / δασύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδασύνομαιδασύνεσαιδασύνεταιδασυνόμαστε——
Παρατατικόςδασυνόμουνδασυνόσουνδασυνότανδασυνόμασταν / δασυνόμαστε——
Αόριστοςδασύνθηκα—————
Μέλλονταςθα δασύνομαιθα δασύνεσαιθα δασύνεταιθα δασυνόμαστε——
Υποτακτικήνα δασύνομαινα δασύνεσαινα δασύνεταινα δασυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →