δασύνω
•
- γραμματικήθέτω δασεία στο αρχικό φωνήεν ή δίψηφο μιας λέξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασύνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δασύνω < αρχαία ελληνική δασύνομαι (είμαι δασύτριχος) < αρχαία ελληνική δασύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dens- < *dn̥s- (παχύς, πυκνός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δασύνω | δασύνεις | δασύνει | δασύνουμε | δασύνετε | δασύνουν / δασύνουνε |
| Παρατατικός | δάσυνα / δασυνόμουνα | δάσυνες / δασυνόσουνα | δάσυνε / δασυνότανε | δασύναμε | δασύνατε | δάσυναν / δασύναν / δασύνανε |
| Αόριστος | δάσυνα | δάσυνες | δάσυνε | δασύναμε | δασύνατε | δάσυναν / δασύναν / δασύνανε |
| Μέλλοντας | θα δασύνω | θα δασύνεις | θα δασύνει | θα δασύνουμε | θα δασύνετε | θα δασύνουν / θα δασύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω δασύνει | έχεις δασύνει | έχει δασύνει | έχουμε δασύνει | έχετε δασύνει | έχουν δασύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα δασύνει | είχες δασύνει | είχε δασύνει | είχαμε δασύνει | είχατε δασύνει | είχαν δασύνει |
| Υποτακτική | να έχω δασύνει / να δασύνω | να έχεις δασύνει / να δασύνεις | να έχει δασύνει / να δασύνει | να έχουμε δασύνει / να δασύνουμε | να έχετε δασύνει / να δασύνετε | να έχουν δασύνει / να δασύνουν / να δασύνουνε |
| Προστακτική | — | δάσυνε | — | — | δασύνετε / δασύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δασύνομαι | δασύνεσαι | δασύνεται | δασυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | δασυνόμουν | δασυνόσουν | δασυνόταν | δασυνόμασταν / δασυνόμαστε | — | — |
| Αόριστος | δασύνθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα δασύνομαι | θα δασύνεσαι | θα δασύνεται | θα δασυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να δασύνομαι | να δασύνεσαι | να δασύνεται | να δασυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →