δασύπους
•
- ζωολογίαο αρμαδίλλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασύπους < δασύ- + -πους
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασύπους | δασύποδες |
| Γενική | δασύποδος | δασυπόδων |
| Αιτιατική | δασύποδα | δασύποδες |
| Κλητική | δασύπους | δασύποδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →