δαφνοστολίζω
•
- στολίζω, διακοσμώ με δάφνη Βικιλεξικό
- Λίγα είναι τα φαγητά που δεν συγκινούνται από τη δάφνη. Όχι μόνο στην ελληνική κουζίνα μα και σε ολόκληρη τη μεσογειακή λεκάνη (μια και αυτή είναι και η γενέτειρά της), ήδη από την αρχαιότητα, εκτός του ότι δαφνοστολίζει τους νικητές και τους ήρωες, αρωματίζει και τα μαγειρέματά μας, σούπες, όσπρια, το ρύζι και τα ριζότι, βουτάει σε πατάτες ψητές με κρέμα και κρέατα (ιδίως χοιρινό ή κουνέλι), καθώς και σε ψάρια μαγειρεμένα στο τηγάνι ή στον φούρνο.
Ετυμολογία
δαφνοστολίζω < δάφν(η) + -ο- + στολίζω• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δαφνοστολίζω | δαφνοστολίζεις | δαφνοστολίζει | δαφνοστολίζουμε | δαφνοστολίζετε | δαφνοστολίζουν / δαφνοστολίζουνε |
| Παρατατικός | δαφνοστόλιζα | δαφνοστόλιζες | δαφνοστόλιζε | δαφνοστολίζαμε | δαφνοστολίζατε | δαφνοστολίζαν / δαφνοστολίζανε / δαφνοστόλιζαν |
| Αόριστος | δαφνοστόλισα | δαφνοστόλισες | δαφνοστόλισε | δαφνοστολίσαμε | δαφνοστολίσατε | δαφνοστολίσαν / δαφνοστολίσανε / δαφνοστόλισαν |
| Μέλλοντας | θα δαφνοστολίζω / θα δαφνοστολίσω | θα δαφνοστολίζεις / θα δαφνοστολίσεις | θα δαφνοστολίζει / θα δαφνοστολίσει | θα δαφνοστολίζουμε / θα δαφνοστολίσουμε | θα δαφνοστολίζετε / θα δαφνοστολίσετε | θα δαφνοστολίζουν / θα δαφνοστολίζουνε / θα δαφνοστολίσουν / θα δαφνοστολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δαφνοστολίσει | έχεις δαφνοστολίσει | έχει δαφνοστολίσει | έχουμε δαφνοστολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δαφνοστολίσει | είχες δαφνοστολίσει | είχε δαφνοστολίσει | είχαμε δαφνοστολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δαφνοστολίσει / να δαφνοστολίζω / να δαφνοστολίσω | να έχεις δαφνοστολίσει / να δαφνοστολίζεις / να δαφνοστολίσεις | να έχει δαφνοστολίσει / να δαφνοστολίζει / να δαφνοστολίσει | να έχουμε δαφνοστολίσει / να δαφνοστολίζουμε / να δαφνοστολίσουμε | να δαφνοστολίζετε / να δαφνοστολίσετε | να δαφνοστολίζουν / να δαφνοστολίζουνε / να δαφνοστολίσουν / να δαφνοστολίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε δαφνοστολισμένο / δαφνοστόλιζε / δαφνοστόλισε | — | — | δαφνοστολίζετε / δαφνοστολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →