δαχτυλιδάκι
•
- υποκοριστικόμικρό δαχτυλίδι Βικιλεξικό
- Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
Ετυμολογία
δαχτυλιδάκι < δαχτυλίδι + υποκοριστικό επίθημα --άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δαχτυλιδάκι | δαχτυλιδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | δαχτυλιδάκι | δαχτυλιδάκια |
| Κλητική | δαχτυλιδάκι | δαχτυλιδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →