Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δείκτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μαθηματικάσυνάρτηση ενός υποσυνόλου Α που ανήκει σ’ έναν δειγματοχώρο Χ ως εξής: Βικιλεξικό
    • mathbf 1_A:X→0,1
    • mathbf 1_A(x):=

Ετυμολογία

δείκτρια < δείκ(της) + -τρια, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική indicator function

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδείκτριαδείκτριες
Γενικήδείκτριαςδεικτριών
Αιτιατικήδείκτριαδείκτριες
Κλητικήδείκτριαδείκτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →