Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δείλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λογοτεχνικότο δειλινό Βικιλεξικό
    • Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι / μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος. (Κώστας Ουράνης, Θα πεθάνω ένα πένθιμο...)

Ετυμολογία

δείλι < αρχαία ελληνική δείλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dyḗws < *dyew- (ουρανός, λάμπω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδείλι—
Γενική——
Αιτιατικήδείλι—
Κλητικήδείλι—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →