δεδομένος
•
- για ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται Βικιλεξικό
- Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)
- είναι δεδομένη η χρησιμότητα των ηλεκτρονικών υπολογιστών
- για κάτι που θεωρούμε ότι αναμφισβήτητα μας ανήκει Βικιλεξικό
- καμία φιλική ή ερωτική σχέση δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη
- καθορισμένος Βικιλεξικό
- σε μια δεδομένη στιγμή
Ετυμολογία
δεδομένος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δεδομένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δίδωμι και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική donnée
Άλλοι τύποι
δεδομέναδεδομένεδεδομένεςδεδομένηδεδομένηςδεδομένοδεδομένοιδεδομένοςδεδομένουδεδομένουςδεδομένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →