δεδουλευμένος
•
- για αμοιβή εργασίας που έχει ήδη προσφερθεί σε έναν εργοδότη Βικιλεξικό
- ως ουσιαστικότα δεδουλευμένα: η αμοιβή για εργασία που έχει ήδη προσφερθεί σε έναν εργοδότη Βικιλεξικό
- οι ωρομίσθιοι καθηγητές ακόμα ζητούν να τους καταβληθούν τα δεδουλευμένα
Ετυμολογία
δεδουλευμένος < λόγια παθητική μετοχή παρακειμένου του δουλεύω
Άλλοι τύποι
δεδουλευμέναδεδουλευμένεδεδουλευμένεςδεδουλευμένηδεδουλευμένηςδεδουλευμένοδεδουλευμένοιδεδουλευμένοςδεδουλευμένουδεδουλευμένουςδεδουλευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →