Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με μια δέηση, παρακλητικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεητικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεητικόςδεητικήδεητικό
Γενικήδεητικούδεητικήςδεητικού
Αιτιατικήδεητικόδεητικήδεητικό
Κλητικήδεητικέδεητικήδεητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεητικοίδεητικέςδεητικά
Γενικήδεητικώνδεητικώνδεητικών
Αιτιατικήδεητικούςδεητικέςδεητικά
Κλητικήδεητικοίδεητικέςδεητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →