δειλινό
•
- η ώρα λίγο πριν και λίγο μετά τη δύση του ήλιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δειλινό < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δειλινόν, ουδέτερο του δειλινός < αρχαία ελληνική δείλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dyḗws < *dyew- (ουρανός, λάμπω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δειλινό | δειλινά |
| Γενική | δειλινού | δειλινών |
| Αιτιατική | δειλινό | δειλινά |
| Κλητική | δειλινό | δειλινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →