δειλός
•
- που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο Βικιλεξικό
- Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)
- που του λείπει η αποφασιστικότητα, που διστάζει ή που ντρέπεται Βικιλεξικό
- δειλή προσπάθεια, δειλή ματιά
- είναι δειλός με τα κορίτσια
Ετυμολογία
δειλός < αρχαία ελληνική δειλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwey- (φοβάμαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δειλός | δειλή | δειλό |
| Γενική | δειλού | δειλής | δειλού |
| Αιτιατική | δειλό | δειλή | δειλό |
| Κλητική | δειλέ | δειλή | δειλό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δειλοί | δειλές | δειλά |
| Γενική | δειλών | δειλών | δειλών |
| Αιτιατική | δειλούς | δειλές | δειλά |
| Κλητική | δειλοί | δειλές | δειλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →