Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεινοσαυρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με δεινόσαυρους ή αναφέρεται σʼ αυτούς Βικιλεξικό
  2. σπάνιοαπαρχαιωμένος, παρωχημένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεινοσαυρικός < δεινόσαυρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεινοσαυρικόςδεινοσαυρικήδεινοσαυρικό
Γενικήδεινοσαυρικούδεινοσαυρικήςδεινοσαυρικού
Αιτιατικήδεινοσαυρικόδεινοσαυρικήδεινοσαυρικό
Κλητικήδεινοσαυρικέδεινοσαυρικήδεινοσαυρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεινοσαυρικοίδεινοσαυρικέςδεινοσαυρικά
Γενικήδεινοσαυρικώνδεινοσαυρικώνδεινοσαυρικών
Αιτιατικήδεινοσαυρικούςδεινοσαυρικέςδεινοσαυρικά
Κλητικήδεινοσαυρικοίδεινοσαυρικέςδεινοσαυρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →