δεινοσαυρικός
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με δεινόσαυρους ή αναφέρεται σʼ αυτούς Βικιλεξικό
- σπάνιοαπαρχαιωμένος, παρωχημένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεινοσαυρικός < δεινόσαυρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεινοσαυρικός | δεινοσαυρική | δεινοσαυρικό |
| Γενική | δεινοσαυρικού | δεινοσαυρικής | δεινοσαυρικού |
| Αιτιατική | δεινοσαυρικό | δεινοσαυρική | δεινοσαυρικό |
| Κλητική | δεινοσαυρικέ | δεινοσαυρική | δεινοσαυρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεινοσαυρικοί | δεινοσαυρικές | δεινοσαυρικά |
| Γενική | δεινοσαυρικών | δεινοσαυρικών | δεινοσαυρικών |
| Αιτιατική | δεινοσαυρικούς | δεινοσαυρικές | δεινοσαυρικά |
| Κλητική | δεινοσαυρικοί | δεινοσαυρικές | δεινοσαυρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →