δεινός
•
- φοβερός, πολύ κακός, πολύ άσχημος Βικιλεξικό
- βρέθηκα σε δεινή θέση
- Ἡ νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός και αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)
- πολύ επιδέξιος σε κάτι Βικιλεξικό
- είναι δεινός ρήτορας
Ετυμολογία
δεινός < αρχαία ελληνική δεινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεινός | δεινή | δεινό |
| Γενική | δεινού | δεινής | δεινού |
| Αιτιατική | δεινό | δεινή | δεινό |
| Κλητική | δεινέ | δεινή | δεινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεινοί | δεινές | δεινά |
| Γενική | δεινών | δεινών | δεινών |
| Αιτιατική | δεινούς | δεινές | δεινά |
| Κλητική | δεινοί | δεινές | δεινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →