δειπνώ
•
- τρώω το βραδινό φαγητό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δειπνώ < αρχαία ελληνική δειπνέω / δειπνῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δειπνώ | δειπνείς | δειπνεί | δειπνούμε | δειπνείτε | δειπνούν / δειπνούνε |
| Παρατατικός | δειπνούσα | δειπνούσες | δειπνούσε | δειπνούσαμε | δειπνούσατε | δειπνούσαν / δειπνούσανε |
| Αόριστος | δείπνησα | δείπνησες | δείπνησε | δειπνήσαμε | δειπνήσατε | δείπνησαν / δειπνήσαν / δειπνήσανε |
| Μέλλοντας | θα δειπνήσω / θα δειπνώ | θα δειπνήσεις / θα δειπνείς | θα δειπνήσει / θα δειπνεί | θα δειπνήσουμε / θα δειπνούμε | θα δειπνήσετε / θα δειπνείτε | θα δειπνήσουν / θα δειπνήσουνε / θα δειπνούν / θα δειπνούνε |
| Παρακείμενος | έχω δειπνήσει | έχεις δειπνήσει | έχει δειπνήσει | έχουμε δειπνήσει | έχετε δειπνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δειπνήσει | είχες δειπνήσει | είχε δειπνήσει | είχαμε δειπνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δειπνήσει / να δειπνήσω / να δειπνώ | να έχεις δειπνήσει / να δειπνήσεις / να δειπνείς | να έχει δειπνήσει / να δειπνήσει / να δειπνεί | να έχουμε δειπνήσει / να δειπνήσουμε / να δειπνούμε | να έχετε δειπνήσει / να δειπνήσετε / να δειπνείτε | να δειπνήσουν / να δειπνήσουνε / να δειπνούν / να δειπνούνε |
| Προστακτική | — | δείπνει / δείπνησε | — | — | δειπνήστε / δειπνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →