δεκάδραχμο
•
- κέρμα αξίας δέκα δραχμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκάδραχμο < δεκά- + -δραχμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάδραχμο | δεκάδραχμα |
| Γενική | δεκάδραχμου | δεκάδραχμων |
| Αιτιατική | δεκάδραχμο | δεκάδραχμα |
| Κλητική | δεκάδραχμο | δεκάδραχμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →