δεκάκιλο
•
- κάτι που έχει βάρος δέκα κιλών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκάκιλο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δεκάκιλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάκιλο | δεκάκιλα |
| Γενική | δεκάκιλου | δεκάκιλων |
| Αιτιατική | δεκάκιλο | δεκάκιλα |
| Κλητική | δεκάκιλο | δεκάκιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →