δεκάλεπτος
•
- που διαρκεί δέκα λεπτά Βικιλεξικό
- δεκάλεπτο διάλειμμα
- που έχει χρηματική αξία δέκα λεπτών (σεντ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκάλεπτος < δεκά- + λεπτ(ό) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάλεπτος | δεκάλεπτη | δεκάλεπτο |
| Γενική | δεκάλεπτου | δεκάλεπτης | δεκάλεπτου |
| Αιτιατική | δεκάλεπτο | δεκάλεπτη | δεκάλεπτο |
| Κλητική | δεκάλεπτε | δεκάλεπτη | δεκάλεπτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάλεπτοι | δεκάλεπτες | δεκάλεπτα |
| Γενική | δεκάλεπτων | δεκάλεπτων | δεκάλεπτων |
| Αιτιατική | δεκάλεπτους | δεκάλεπτες | δεκάλεπτα |
| Κλητική | δεκάλεπτοι | δεκάλεπτες | δεκάλεπτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →