Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δέκα, σχολικός βαθμός Βικιλεξικό
  2. δέκα, φύλλο της τράπουλας Βικιλεξικό
    • το δεκάρι το καλό μετράει για δυο πόντους
  3. Δεκάρι, ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην μεσοεπιθετική θέση της σύνθεσης. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκάρι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδεκάριδεκάρια
Γενικήδεκαριούδεκαριών
Αιτιατικήδεκάριδεκάρια
Κλητικήδεκάριδεκάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →