δεκάρι
•
- δέκα, σχολικός βαθμός Βικιλεξικό
- δέκα, φύλλο της τράπουλας Βικιλεξικό
- το δεκάρι το καλό μετράει για δυο πόντους
- Δεκάρι, ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην μεσοεπιθετική θέση της σύνθεσης. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκάρι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάρι | δεκάρια |
| Γενική | δεκαριού | δεκαριών |
| Αιτιατική | δεκάρι | δεκάρια |
| Κλητική | δεκάρι | δεκάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →