δεκάχρονος
•
- που έχει διάρκεια δέκα χρόνων Βικιλεξικό
- και ως ουσιαστικόπου έχει ηλικία δέκα χρονών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκάχρονος < δεκά- + -χρονος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάχρονος | δεκάχρονη | δεκάχρονο |
| Γενική | δεκάχρονου | δεκάχρονης | δεκάχρονου |
| Αιτιατική | δεκάχρονο | δεκάχρονη | δεκάχρονο |
| Κλητική | δεκάχρονε | δεκάχρονη | δεκάχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάχρονοι | δεκάχρονες | δεκάχρονα |
| Γενική | δεκάχρονων | δεκάχρονων | δεκάχρονων |
| Αιτιατική | δεκάχρονους | δεκάχρονες | δεκάχρονα |
| Κλητική | δεκάχρονοι | δεκάχρονες | δεκάχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →