Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκαέξι

ουσιαστικό
•
  1. ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό
  2. ουδέτερο: οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 16 Βικιλεξικό
  3. ουδέτερο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ηλικία Βικιλεξικό
    • στα δεκαέξι του του έκαναν δώρο ένα μηχανάκι
  4. θηλυκό στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ημερομηνία Βικιλεξικό
    • στις δεκαέξι του μηνός

Ετυμολογία

δεκαέξι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δεκαέξι < ελληνιστική κοινή δεκαέξ < δέκα + ἕξ

Άλλοι τύποι

δεκάξι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δεκαέξι

αριθμητικό
•
  1. το απόλυτο αριθμητικό (16) που ακολουθεί το δεκαπέντε και προηγείται του δεκαεπτά, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιστ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVI Βικιλεξικό
  2. ως άκλιτο επίθετο: που είναι 16 Βικιλεξικό
    • και οι δεκαέξι αθλητές της εθνικής ομάδας ήταν εξαιρετικοί, οι τέσσερις μάλιστα, πήραν και μετάλλιο

Ετυμολογία

δεκαέξι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δεκαέξι < ελληνιστική κοινή δεκαέξ < δέκα + ἕξ

Άλλοι τύποι

δεκάξι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →