δεκαεννιά
•
- ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό
- ουδέτερο: οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 19 Βικιλεξικό
- ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ηλικία Βικιλεξικό
- στα δεκαεννιά του πήγε φαντάρος
- θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ημερομηνία Βικιλεξικό
- στις δεκαεννιά του μηνός
Ετυμολογία
δεκαεννιά < (ελληνιστική κοινή) δεκαεννέα με συνίζηση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →