δεκαεξάχρονος
•
- που είναι δεκαέξι χρονών Βικιλεξικό
- Μιά νύχτα. Δεκέμβρη πάλι, τσακισμένος ἀπό τή δουλειά, είδες τον ἐργολάβο να δέρνει μ' ένα ματσούκι ἀλύπητα ἕνα δεκαεξάχρονο παιδί. Τὸ παιδὶ δὲν ἄντεχε, εἶχε πάθει ἐντερικά, κι αὐτὸς ὁ ἀγαρηνός, δὲν τούδινε τρόπο νὰ γυρίσει σὲ κάτι συγγενεῖς του στὸ Σικάγο . Ἦταν ἀπὸ τὴ Στεμνίτσα κ ̓ ἤθελε νὰ γυρίσει πίσω. (Αποστολίδης, Ανθολογία Το διήγημα, τόμος 2, 1954 σελ. 242)
- που η χρονική του διάρκεια είναι δεκαέξι έτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκαεξάχρονος < δεκαέξι + -α- + -χρονος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκαεξάχρονος | δεκαεξάχρονη | δεκαεξάχρονο |
| Γενική | δεκαεξάχρονου | δεκαεξάχρονης | δεκαεξάχρονου |
| Αιτιατική | δεκαεξάχρονο | δεκαεξάχρονη | δεκαεξάχρονο |
| Κλητική | δεκαεξάχρονε | δεκαεξάχρονη | δεκαεξάχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκαεξάχρονοι | δεκαεξάχρονες | δεκαεξάχρονα |
| Γενική | δεκαεξάχρονων | δεκαεξάχρονων | δεκαεξάχρονων |
| Αιτιατική | δεκαεξάχρονους | δεκαεξάχρονες | δεκαεξάχρονα |
| Κλητική | δεκαεξάχρονοι | δεκαεξάχρονες | δεκαεξάχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →