δεκαετηρίδα
•
- η δέκατη επέτειος ενός γεγονότος Βικιλεξικό
- χρονικό διάστημα δέκα ετών, δεκαετία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκαετηρίδα < (ελληνιστική κοινή) δεκαετηρίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκαετηρίδα | δεκαετηρίδες |
| Γενική | δεκαετηρίδας | δεκαετηρίδων |
| Αιτιατική | δεκαετηρίδα | δεκαετηρίδες |
| Κλητική | δεκαετηρίδα | δεκαετηρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →