Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκαεφτά

ουσιαστικό
•
  1. ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό
  2. ουδέτερο: οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 17 Βικιλεξικό
  3. ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ηλικία Βικιλεξικό
    • στα δεκαεφτά του μπάρκαρε
  4. θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ημερομηνία Βικιλεξικό
    • στις δεκαεφτά του μηνός

Ετυμολογία

δεκαεφτά < ελληνιστική κοινή δεκαεπτά

Άλλοι τύποι

δεκαεπτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δεκαεφτά

αριθμητικό
•
  1. το απόλυτο αριθμητικό (17) που ακολουθεί το δεκαέξι και προηγείται του δεκαοχτώ, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιζ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVII Βικιλεξικό
    • Ο Πέτρος ήταν τότε παλικαράκι δεκαεφτά χρονώ. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη, 1950)

Ετυμολογία

δεκαεφτά < ελληνιστική κοινή δεκαεπτά

Άλλοι τύποι

δεκαεπτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →