δεκανίκι
•
- ψηλή ράβδος με κάθετο στέλεχος που στερεώνεται κάτω από τη μασχάλη· χρησιμοποιείται από άτομα με κατάγματα ή άλλες κακώσεις στα πόδια Βικιλεξικό
- Πάλι καινούργια κομένα ποδάρια... Και βλέπεις τώρα δεκανίκια και ν' ανεβαίνουν σκάλες, δυο - δυο, στον πηδηχτούλι, σα νάτανε παιδάκια και νάπαιζαν μ' αυτό. Και συ να τύχεις τότε ν' ανεβαίνεις ξοπίσω, και στάλα - στάλα εκείνο το φοβερό παιχνίδι τους, να τύχεις να το παρακολουθάς. Και κάτω απ' το μπατζακλίκι, τ' άχρηστο κι' ανασηκωμένο με την παραμάνα, να νιώθεις ότι ακόμα τρέχουνε, νωπές ακόμα και δεν κλείσανε, οι τελευταίες χτεσινές πληγές. (Μέλπω Αξιώτη, Άπαντα, τομ. 3, 1980, σελ. 131)
- μεταφορικάοτιδήποτε χρησιμεύει ως στήριγμα σε κάποιον ή κάτι που δεν μπορεί να σταθεί με τις δικές του δυνάμεις Βικιλεξικό
- είναι καιρός να γίνεις ανεξάρτητος οικονομικά και να πάψεις να στηρίζεσαι στα δεκανίκια του πατέρα σου
Ετυμολογία
δεκανίκι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκανίκι | δεκανίκια |
| Γενική | δεκανικιού | δεκανικιών |
| Αιτιατική | δεκανίκι | δεκανίκια |
| Κλητική | δεκανίκι | δεκανίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →