Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκαπενθήμερος

/ðe.ka.penˈθi.me.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαρκεί δεκαπέντε ημέρες Βικιλεξικό
    • δεκαπενθήμερη άδεια
  2. που συμβαίνει κάθε δεκαπέντε μέρες Βικιλεξικό
    • δεκαπενθήμερο περιοδικό

Ετυμολογία

δεκαπενθήμερος < δεκαπέντε > δεκα-πενθ- [t > θ] κατά το πενθήμερος + -ήμερος (ημέρα) Δείτε και το δεκαπενθήμερος (θηλυκό, ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκαπενθήμεροςδεκαπενθήμερηδεκαπενθήμερο
Γενικήδεκαπενθήμερουδεκαπενθήμερηςδεκαπενθήμερου
Αιτιατικήδεκαπενθήμεροδεκαπενθήμερηδεκαπενθήμερο
Κλητικήδεκαπενθήμερεδεκαπενθήμερηδεκαπενθήμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκαπενθήμεροιδεκαπενθήμερεςδεκαπενθήμερα
Γενικήδεκαπενθήμερωνδεκαπενθήμερωνδεκαπενθήμερων
Αιτιατικήδεκαπενθήμερουςδεκαπενθήμερεςδεκαπενθήμερα
Κλητικήδεκαπενθήμεροιδεκαπενθήμερεςδεκαπενθήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →