δεκαπενθημερία
•
- διάστημα δεκαπέντε ημερών Βικιλεξικό
- αμοιβή για εργασία δεκαπέντε ημερών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκαπενθημερία < δεκαπενθήμερ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκαπενθημερία | δεκαπενθημερίες |
| Γενική | δεκαπενθημερίας | δεκαπενθημεριών |
| Αιτιατική | δεκαπενθημερία | δεκαπενθημερίες |
| Κλητική | δεκαπενθημερία | δεκαπενθημερίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →