δεκαρολόγος
•
- που δεκαρολογεί μαζεύοντας μικροποσά ή χρηματίζεται με αναξιοπρεπή τρόπο για ευτελές κέρδος Βικιλεξικό
- που είναι τσιγγούνης, φειδωλός στις οικονομικές του συναλλαγές, υπολογίζει μέχρι και την τελευταία δεκάρα Βικιλεξικό
- που δεκαρολογεί, μιλώντας με στόμφο, που βγάζει δεκάρικους λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκαρολόγος < δεκαρολογ(ώ) + -ος (δεκάρ(α) + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκαρολόγος | δεκαρολόγοι |
| Γενική | δεκαρολόγου | δεκαρολόγων |
| Αιτιατική | δεκαρολόγο | δεκαρολόγους |
| Κλητική | δεκαρολόγε | δεκαρολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →