δεκατέσσερα
•
- σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό
- οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 14 Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόγια να δηλωθεί ηλικία Βικιλεξικό
- στα δεκατέσσερά του πήρε μέρος στους πανελλήνιους αγώνες
Ετυμολογία
δεκατέσσερα < ελληνιστική κοινή δεκατέσσαρες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →