δεκατημόριο
•
- το ένα δέκατο ενός πληθυσμού, ενός στατιστικού δείγματος κλπ Βικιλεξικό
- Σε αυτή την περίπτωση η διανομή των καρβελιών θα ήταν ως εξής: το πρώτο και φτωχότερο δεκατημόριο θα είχε το 1% των καρβελιών, το δέκατο και πλουσιότερο δεκατημόριο θα είχε το 19% και τα ενδιάμεσα δεκατημόρια θα είχαν όπως πριν το 10%. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Η φτώχεια στον κόσμο, άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 10 Αοριλίου 1999)
Ετυμολογία
δεκατημόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεκατημόριον < (δέκατος) δεκατη- + μόριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκατημόριο | δεκατημόρια |
| Γενική | δεκατημορίου / δεκατημόριου | δεκατημορίων |
| Αιτιατική | δεκατημόριο | δεκατημόρια |
| Κλητική | δεκατημόριο | δεκατημόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →