Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκατριάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προφορικόσύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα Βικιλεξικό
  2. προφορικόσύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα Βικιλεξικό
  3. σύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα Βικιλεξικό
  4. καθιερωμένο αριθμητικό μέγεθος ή κωδικός διάστασης που δηλώνει συγκεκριμένη τυποποίηση σε αντικείμενα ή συστήματα μέτρησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκατριάρι < δεκατριάρης + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδεκατριάριδεκατριάρια
Γενικήδεκατριαριούδεκατριαριών
Αιτιατικήδεκατριάριδεκατριάρια
Κλητικήδεκατριάριδεκατριάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →