δεκατριάρι
•
- προφορικόσύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα Βικιλεξικό
- προφορικόσύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα Βικιλεξικό
- σύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα Βικιλεξικό
- καθιερωμένο αριθμητικό μέγεθος ή κωδικός διάστασης που δηλώνει συγκεκριμένη τυποποίηση σε αντικείμενα ή συστήματα μέτρησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκατριάρι < δεκατριάρης + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκατριάρι | δεκατριάρια |
| Γενική | δεκατριαριού | δεκατριαριών |
| Αιτιατική | δεκατριάρι | δεκατριάρια |
| Κλητική | δεκατριάρι | δεκατριάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →