Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει την τάση ή τη δυνατότητα να δέχεται κάτι καινούριο, διαφορετικό, άλλες απόψεις και προτάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκτικός < δέχομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκτικόςδεκτικήδεκτικό
Γενικήδεκτικούδεκτικήςδεκτικού
Αιτιατικήδεκτικόδεκτικήδεκτικό
Κλητικήδεκτικέδεκτικήδεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκτικοίδεκτικέςδεκτικά
Γενικήδεκτικώνδεκτικώνδεκτικών
Αιτιατικήδεκτικούςδεκτικέςδεκτικά
Κλητικήδεκτικοίδεκτικέςδεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →