δεκτός
•
- που τον δέχεται κάποιος στην έδρα του λειτουργήματός του Βικιλεξικό
- ο νέος πρεσβευτής έγινε δεκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
- για άποψη ή πρόταση που την δέχεται κάποιος ως συζητήσιμη Βικιλεξικό
- Δεκτό(ν): μονολεκτική απάντηση σε άποψη ή πρόταση που προηγήθηκε
Ετυμολογία
δεκτός, ρηματικό επίθετο σε -τός του ρήματος δέχομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκτός | δεκτή | δεκτό |
| Γενική | δεκτού | δεκτής | δεκτού |
| Αιτιατική | δεκτό | δεκτή | δεκτό |
| Κλητική | δεκτέ | δεκτή | δεκτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκτοί | δεκτές | δεκτά |
| Γενική | δεκτών | δεκτών | δεκτών |
| Αιτιατική | δεκτούς | δεκτές | δεκτά |
| Κλητική | δεκτοί | δεκτές | δεκτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →