Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον δέχεται κάποιος στην έδρα του λειτουργήματός του Βικιλεξικό
    • ο νέος πρεσβευτής έγινε δεκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
  2. για άποψη ή πρόταση που την δέχεται κάποιος ως συζητήσιμη Βικιλεξικό
    • Δεκτό(ν): μονολεκτική απάντηση σε άποψη ή πρόταση που προηγήθηκε

Ετυμολογία

δεκτός, ρηματικό επίθετο σε -τός του ρήματος δέχομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκτόςδεκτήδεκτό
Γενικήδεκτούδεκτήςδεκτού
Αιτιατικήδεκτόδεκτήδεκτό
Κλητικήδεκτέδεκτήδεκτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκτοίδεκτέςδεκτά
Γενικήδεκτώνδεκτώνδεκτών
Αιτιατικήδεκτούςδεκτέςδεκτά
Κλητικήδεκτοίδεκτέςδεκτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →