δελφίνιο
•
- φυτόκαλλωπιστικό ποώδες φυτό του γένους Delphinium, που καλλιεργείται κυρίως για τις ψηλές, όρθιες ταξιανθίες του με εντυπωσιακά, έντονα χρωματισμένα άνθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δελφίνιο < ελληνιστική κοινή δελφίνιον < αρχαία ελληνική δελφίς (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική delphinium)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δελφίνιο | δελφίνια |
| Γενική | δελφίνιου / δελφινίου | δελφίνιων / δελφινίων |
| Αιτιατική | δελφίνιο | δελφίνια |
| Κλητική | δελφίνιο | δελφίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →