δελφινοκόριτσο
•
- λογοτεχνικόκορίτσι που κολυμπά γρήγορα σαν δελφίνι Βικιλεξικό
- Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσών να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο Μωρέ του λέω που ‘ναι το μεσοφόρι σου έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ’ αγόρι σου
- Ποιος - όταν μέσ' από του πόντου τις Αμπελοβραγιές πηδώντας τα δελφινοκόριτσα Βγάζουν κρυγιές φωνές αγριοπερίστερων Πίσω απ' το ψάρι τ' αέρος το ακαμάκιστο Και με την πελαγίδα ή τ' αρσινάκι στολίζουνε τα γαλάζια γένια του αϊ-Νικόλα Του θαλασσάχραντου
Ετυμολογία
δελφινοκόριτσο < δελφίνι + κορίτσι + -ο (ουδέτερο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δελφινοκόριτσο | δελφινοκόριτσα |
| Γενική | δελφινοκόριτσου | δελφινοκόριτσων |
| Αιτιατική | δελφινοκόριτσο | δελφινοκόριτσα |
| Κλητική | δελφινοκόριτσο | δελφινοκόριτσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →