Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεμάτιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανατομίαδέσμη, δεσμίδα, κυριολεκτικά: δεμάτι Βικιλεξικό
    • παραπληρωματικό δεμάτιο, οπίσθιο νωτιαιοπαρεγκεφαλιδικό δεμάτιο
    • nerve fascicle, muscle fascicle στην αγγλική Βικιπαίδεια
  2. μαθηματικάδέσμη, δεσμίδα, κυριολεκτικά: δεμάτι Βικιλεξικό
    • sheaf (mathematics), bundle (mathematics) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Ετυμολογία

δεμάτιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δεμάτι(ον) + -ο, υποκοριστικό του δέμα :* για την ανατομία < μεταφραστικό δάνειο από τη λατινική fasciculus, finiculus (ορολογία ανατομίας) → δείτε και tractus :* για τα μαθηματικά < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bundle, sheaf

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδεμάτιοδεμάτια
Γενικήδεμάτιου / δεματίουδεμάτιων / δεματίων
Αιτιατικήδεμάτιοδεμάτια
Κλητικήδεμάτιοδεμάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →