δεμένος
•
- που τον έχουν δέσει Βικιλεξικό
- δεμένος με σχοινί
- στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
- μεταφορικάπου έχει εσωτερική συνοχή Βικιλεξικό
- το κείμενό του είναι καλογραμμένο, δεμένο, χωρίς πλατειασμούς
- τυπογραφίαπου έχει βιβλιοδετηθεί Βικιλεξικό
- τυπογραφίαπου έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο Βικιλεξικό
- Το είχε τοποθετημένο στη μέση της βιβλιοθήκης ακριβώς, απάνω σ' ένα χοντρό δεμένο λεξικό. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])
Ετυμολογία
δεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δένω
Άλλοι τύποι
δεμέναδεμένεδεμένεςδεμένηδεμένηςδεμένοδεμένοιδεμένοςδεμένουδεμένουςδεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →