Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεμένος

/ðeˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν δέσει Βικιλεξικό
    • δεμένος με σχοινί
    • στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
  2. μεταφορικάπου έχει εσωτερική συνοχή Βικιλεξικό
    • το κείμενό του είναι καλογραμμένο, δεμένο, χωρίς πλατειασμούς
  3. τυπογραφίαπου έχει βιβλιοδετηθεί Βικιλεξικό
  4. τυπογραφίαπου έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο Βικιλεξικό
    • Το είχε τοποθετημένο στη μέση της βιβλιοθήκης ακριβώς, απάνω σ' ένα χοντρό δεμένο λεξικό. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])

Ετυμολογία

δεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δένω

Άλλοι τύποι

δεμέναδεμένεδεμένεςδεμένηδεμένηςδεμένοδεμένοιδεμένοςδεμένουδεμένουςδεμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →