Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεματάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που κάνει δέματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεματάς < δέμα + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδεματάςδεματάδες
Γενικήδεματάδεματάδων
Αιτιατικήδεματάδεματάδες
Κλητικήδεματάδεματάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →