δεματίζω
•
- χωρίζω σε ποσότητες και τα δένω (πχ. πρώτη ύλη) Βικιλεξικό
- ταξινομώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δεματίζω | δεματίζεις | δεματίζει | δεματίζουμε | δεματίζετε | δεματίζουν / δεματίζουνε |
| Παρατατικός | δεμάτιζα | δεμάτιζες | δεμάτιζε | δεματίζαμε | δεματίζατε | δεμάτιζαν / δεματίζαν / δεματίζανε |
| Αόριστος | δεμάτισα | δεμάτισες | δεμάτισε | δεματίσαμε | δεματίσατε | δεμάτισαν / δεματίσαν / δεματίσανε |
| Μέλλοντας | θα δεματίζω / θα δεματίσω | θα δεματίζεις / θα δεματίσεις | θα δεματίζει / θα δεματίσει | θα δεματίζουμε / θα δεματίσουμε | θα δεματίζετε / θα δεματίσετε | θα δεματίζουν / θα δεματίζουνε / θα δεματίσουν / θα δεματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δεματίσει | έχεις δεματίσει | έχει δεματίσει | έχουμε δεματίσει | έχετε δεματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δεματίσει | είχες δεματίσει | είχε δεματίσει | είχαμε δεματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δεματίσει / να δεματίζω / να δεματίσω | να έχεις δεματίσει / να δεματίζεις / να δεματίσεις | να έχει δεματίσει / να δεματίζει / να δεματίσει | να έχουμε δεματίσει / να δεματίζουμε / να δεματίσουμε | να έχετε δεματίσει / να δεματίζετε / να δεματίσετε | να δεματίζουν / να δεματίζουνε / να δεματίσουν / να δεματίσουνε |
| Προστακτική | — | δεμάτιζε / δεμάτισε | — | — | δεματίζετε / δεματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →