Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεματίζω

ρήμα
•
  1. χωρίζω σε ποσότητες και τα δένω (πχ. πρώτη ύλη) Βικιλεξικό
  2. ταξινομώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδεματίζωδεματίζειςδεματίζειδεματίζουμεδεματίζετεδεματίζουν / δεματίζουνε
Παρατατικόςδεμάτιζαδεμάτιζεςδεμάτιζεδεματίζαμεδεματίζατεδεμάτιζαν / δεματίζαν / δεματίζανε
Αόριστοςδεμάτισαδεμάτισεςδεμάτισεδεματίσαμεδεματίσατεδεμάτισαν / δεματίσαν / δεματίσανε
Μέλλονταςθα δεματίζω / θα δεματίσωθα δεματίζεις / θα δεματίσειςθα δεματίζει / θα δεματίσειθα δεματίζουμε / θα δεματίσουμεθα δεματίζετε / θα δεματίσετεθα δεματίζουν / θα δεματίζουνε / θα δεματίσουν / θα δεματίσουνε
Παρακείμενοςέχω δεματίσειέχεις δεματίσειέχει δεματίσειέχουμε δεματίσειέχετε δεματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δεματίσειείχες δεματίσειείχε δεματίσειείχαμε δεματίσει——
Υποτακτικήνα έχω δεματίσει / να δεματίζω / να δεματίσωνα έχεις δεματίσει / να δεματίζεις / να δεματίσειςνα έχει δεματίσει / να δεματίζει / να δεματίσεινα έχουμε δεματίσει / να δεματίζουμε / να δεματίσουμενα έχετε δεματίσει / να δεματίζετε / να δεματίσετενα δεματίζουν / να δεματίζουνε / να δεματίσουν / να δεματίσουνε
Προστακτική—δεμάτιζε / δεμάτισε——δεματίζετε / δεματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →